Η παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου προς βεβαίωση και επιβολή φόρου κατά το Ν. 4174/2013

Ο ισχύων Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013) εφαρμόζεται για τα φορολογικά έτη από το 2014 και εντεύθεν. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 του Κώδικα, ο χρόνος που η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εκδόσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού είναι 5 έτη από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Παράλληλα, προβλέπεται ότι σε περίπτωση που για κάποια φορολογία απαιτείται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων ο ως άνω χρόνος παραγραφής διαμορφώνεται στα 5 έτη από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της τελευταίας δήλωσης.

Στη 2η παράγραφο του άρθρου 36 ορίζονται τρεις περιπτώσεις παράτασης της πενταετίας. Ειδικότερα, η πενταετής παραγραφή παρατείνεται για ένα έτος εφόσον ο φορολογούμενος υποβάλει αρχική ή τροποιητική δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής. Επίσης εάν ζητηθούν από τη Διοίκηση πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής η πενταετής προθεσμία παρατείνεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών προσαυξημένο κατά ένα έτος, που εκκινεί από την παραλαβή των πληροφοριών από τη Δίοικηση. Τρίτη περίπτωση συνιστά η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, ένδικου βοηθήματος ή μέσου από το διοικούμενο κατά την οποία η προθεσμία παραγραφής επεκτείνεται κατά ένα έτος από την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης μόνο όμως για το ζήτημα, το οποίο αφορά.

Βάσει του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (αρ. 36 παρ. 3) σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής η Διοίκηση έχει το δικαίωμα να βεβαιώσει και να επιβάλει φόρο εντός 20 ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 11 του Κώδικα η χρονική περίοδος της εικοσαετίας ισχύει και σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής, οι οποίες έλαβαν χώρα πριν την εφαρμογή του Κώδικα, την 01/01/2014, εφόσον κατά τη θέση αυτού σε ισχύ το δικαίωμα του Δημοσίου δεν έχει παραγραφεί. Οι περιπτώσεις φοροδιαφυγής αναφέρονται στο άρθρο 66 του Κώδικα και συνοπτικά συνίστανται στη φοροδιαφυγή λόγω μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, στη μη απόδοση, ανακριβή απόδοση φόρου και στην έκδοση και αποδοχή πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η πρόβλεψη της εικοσαετούς παραγραφής όταν τελούνται αδικήματα φοροδιαφυγής οδηγεί στην πράξη σε ανεπιεική αποτελέσματα για το φορολογούμενο. Αν και σε άλλους κλάδους του Δικαίου, όπως στο Αστικό Δίκαιο η εικοσαετία είναι ο κανόνας, στο Φορολογικό Δίκαιο απαντώνται ορισμένες ιδιαιτερότητες. Μετά την παρέλευση τόσου μακρού χρονικού διαστήματος η άμυνα του διοικουμένου έναντι ενδεχόμενου ελέγχου από τη Διοίκηση είναι εξαιρετικά δυσχερής. Συν τοις άλλοις, τίθεται εν αμφιβόλω και η δυνατότητα του φορολογουμένου να ανταποκριθεί στη φορολογική υποχρέωση που θα του επιβάλει η Διοίκηση, καθώς προιϊόντος του χρόνου η οικονομική του κατάσταση ενδέχεται να έχει επιδεινωθεί. Τέλος, υπό το προϊσχύσαν καθεστώς (Ν.2238/1994 άρθρο 84 παράγραφος 5) το ανώτατο όριο της παραγραφής διαμορφωνόταν στα 15 έτη.

Εξαιτίας της αδυναμίας της Διοίκησης να περαιώσει επιτυχώς φορολογικούς ελέγχους για δεδομένες περιόδους πριν αυτές παραγραφούν αποτελεί πάγια τακτική του κοινού νομοθέτη να προχωρά σε συνεχείς παρατάσεις του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου για βεβαίωση και επιβολή φόρου. Σε αυτό το σημείο διακρίνονται δύο περιπτώσεις. Η παράταση του χρόνου παραγραφής με νόμο ενόσω ο αρχικός χρόνος παραγραφής δεν έχει παρέλθει και η παράταση του χρόνου παραγραφής με νόμο αναδρομικά αφότου έχει παραγραφεί το δικαίωμα της Δίοικησης.

Όπως νομολογείται (ΣτΕ 888/2016, ΣτΕ 1623/2016) η Διοίκηση έχει την ευχέρεια να παρατείνει την προθεσμία παραγραφής των αξιώσεών της προς βεβαίωση και επιβολή φόρου ενόσω αυτές δεν έχουν ακόμη παραγραφεί αλλά όχι στο διηνεκές. Πιο συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 78 παράγραφος 2 του Συντάγματος προστατεύεται η ιδιαίτερη ασφάλεια δικαίου και η εμπιστοσύνη του διοικουμένου που σχετίζονται με τα φορολογικά βάρη. Σαν συνέπεια, η παράταση θα πρέπει να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος) και να δίδεται για εύλογη διάρκεια ενόψει πάντα και του αρχικού χρόνου παραγραφής. Με αυτόν τον τρόπο ο φορολογούμενος πρέπει να είναι σε θέση να τηρεί τις φορολογικές του υποχρεώσεις και να μην δημιουργείται ανασφάλεια δικαίου.

Αντίθετα με την ως άνω περίπτωση συνομολογείται νομολογιακά (ΣτΕ 3174/2014) ότι η Διοίκηση δεν δύναται να παρατείνει την προθεσμία παραγραφής για βεβαίωση και επιβολή φόρου μετά την εκπνοή της αρχικής προθεσμίας. Κάτι τέτοιο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 78 παράγραφος 2 του Συντάγματος σχετικά με την προλεχθείσα ασφάλεια δικαίου και προστασία της εμπιστοσύνης. Κατά άλλη άποψη μια τέτοια παράταση προσκρούει στην αρχή του κράτους δικαίου.

 

Ανδρέας Βαλανίδης

Δικηγόρος της ΚΡΕΜΑΛΗΣ-Δικηγορική Εταιρεία                          

ΚΡΕΜΑΛΗΣ  |  Ius Laboris Greece  |  Global HR Lawyers

Κυρίλλου Λουκάρεως 35 - 114 75 Αθήνα                      

T +30 210 6431387  |  F +30 210 6460313  |  This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.               

www.kremalis.gr  |  www.iuslaboris.com